Τι μας διδάσκουν τα 80s

Ένα εξαιρετικά ευδιάκριτο στοιχείο της ποπ κουλτούρας της εποχής μας αποτελεί η εξιδανίκευση –πιο σωστά, μυθοποίηση– μιας πολύ συγκεκριμένης προηγούμενης εποχής: της δεκαετίας του ’80. Από τη διασπορά τεχνολογικών gadget με την 80s vintage αισθητική ως τις ατέλειωτες (ανα)παραγωγές κλασικών video games σε ανακαινισμένα ψηφιακά περιβάλλοντα, κι απ’ τις επανεκδόσεις τηλεοπτικών προϊόντων (ντοκιμαντέρ, σειρές, αθλητικές εκπομπές κτλ.) μέχρι τις σχεδόν ιεροπρεπείς επανακυκλοφορίες δίσκων-ορόσημα για την εν λόγω δεκαετία, μοιάζει πασιφανές πως η δική μας ποπ κουλτούρα είναι ερωτοχτυπημένη με το παρελθόν.

Και ιδιαίτερα ο κινηματογράφος μας: τίποτα δεν ξεπερνά σε παρελθοντολαγνεία τον σύγχρονο κινηματογράφο. Λες και η δημιουργική έμπνευση έχει ξεραθεί πλήρως, τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά στούντιο αναβιώνουν το ένα 80s blockbuster μετά το άλλο: sequel του Rocky, prequel του Star Wars, reboot του Freddy Krueger, συνεχόμενες (επανα)διασκευές στα βιβλία του Stephen King, Terminator 5, 6, 7, 17, 22, 44 κτλ. – Πράγματι, η νοσταλγία των 80s διαποτίζει τον μοντέρνο κινηματογράφο, όπως και τον διάδοχό του, το Netflix.

Όμως, αυτή η νοσταλγική επιδημία δεν είναι όλως αποθαρρυντική∙ νομίζω ότι μπορεί να μας μεταδώσει κάτι πολύτιμο: την αφιλτράριστη οξυδέρκεια όλων αυτών των κλασικών ταινιών, την αυθεντική τους ευφυΐα δηλαδή.

Καταναλώνοντας (λαίμαργα) πρόσφατα ο ίδιος ένα παραπροϊόν της δεκαετίας του ’80, τη σειρά “Cobra Kai” στο Netflix (πολύ πολύ πολύ μακρινό sequel του “Karate Kid”), διέγνωσα μια τέτοια στιγμή ευφυΐας σε μια σκηνή, που, στη σύγχρονη εποχή –με τα σημερινά στάνταρ πολιτικής ορθότητας–, δε θα μπορούσε να έχει λάβει χώρα εκτός ενός παρόμοιου –80s λατρείας– σκηνικού.

Βρισκόμαστε στην ανακαινισμένη –μετά από 30+ χρόνια– σχολή καράτε, “Cobra Kai”, του πάλαι ποτέ «κακού» του Karate Kid, Johnny Lawrence, και οι νέοπες, μισοενθουσιασμένοι-μισοτρομαγμένοι μαθητές γνωρίζονται με τον «Σένσεϊ» (δάσκαλό) τους. Ένα από αυτά τα παιδιά, ο ιδιαίτερα λιγομίλητος και εσωστρεφής Ίλαϊ, μόλις και μετά βίας κοιτάζει στα μάτια τον δάσκαλό του (όπως και οποιονδήποτε άλλο), καθώς φέρει μια χαρακτηριστική ουλή στο χείλος του η οποία του προκαλεί μια ανυπέρβλητη συστολή. Καθώς συστήνεται με μια φωνή που ίσα που ακούγεται, ο Τζόνι τον προκαλεί αποκαλώντας τον «Χείλος», και, ενώ ο Ίλαϊ μοιάζει να παγώνει και να υποχωρεί στη σκιά του, ο καλύτερός του φίλος βγαίνει μπροστά για να τον υπερασπιστεί, λέγοντας στον Τζόνι: «Δεν πρέπει να χλευάζετε την εξωτερική εμφάνιση». «Αλήθεια», απαντάει ο Τζόνι, «δηλαδή υποτίθεται ότι δεν πρέπει να αναφέρω το χείλος του καθόλου;»

– «Ναι».

– «Ίσως αυτό να σας λένε στο σχολείο, μα στον πραγματικό κόσμο δεν μπορείς να περιμένεις από τους ανθρώπους να κάνουν αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουν».

Η φαινομενικά ρηχή και αγενής στάση του Τζόνι, μέσα στον 80s αναχρονισμό της, εμφωλεύει μια βαθιά σοφή παραίνεση: στην υπέρ το δέον πολιτικά ορθή κοινωνία μας, μην ξεγελάς τον εαυτό σου: η διαφορετικότητα δεν απαλείφεται ούτε ξεχνιέται∙ απλά υποκρινόμαστε ότι ξεχνιέται. Γι’ αυτό, αντί να την κρύβεις ψευδομανώς, αντιμετώπισε με θάρρος τις επενέργειές της και μετουσίωσέ τες σε δύναμη και περηφάνια.

Στη συνέχεια της σειράς, ο Ίλαϊ, αφού πρώτα φτιάξει μια εκκεντρικότατη μπλε-μωβ punk μοϊκάνα στα μαλλιά του και «χτυπήσει» ένα τεράστιο tattoo με ένα γεράκι στην πλάτη, μεταλλάσσεται στον φοβιστικό καρατέκα “Hawk” – μια μετάλλαξη, φυσικά, που συμβαίνει συχνά σε τέτοιου είδους σειρές: η σταδιακή μετατροπή από τον συνεσταλμένο στον άκρως αντίθετο τύπο εφήβου, δηλαδή του γεμάτου αυτοπεποίθηση κτλ.

Απ’ άκρη ως άκρη, η σειρά είναι γεμάτη ανάλογες μεταμορφώσεις, ωστόσο κοινός παρονομαστής σε όλες τους είναι η αξία της αυτογνωσίας σε συνάρτηση με την απόρριψη political correct κενοτήτων. Η συμπάθεια που εμπνέει ο κεντρικός χαρακτήρας της σειράς, Τζόνι, έγκειται ακριβώς στην αυθεντικότητά του: στο ότι εκφράζεται με έναν ειλικρινή –στα όρια της αφέλειας– αυθορμητισμό σχεδόν πάντα χωρίς φίλτρα, επειδή, εν τέλει, αυτός είναι κι ο μόνος αληθινός τρόπος για την επίτευξη μιας εποικοδομητικής συνεννόησης. Κάθε φορά που ανοίγουμε το στόμα μας και εξωτερικεύουμε τις σκέψεις μας, διατρέχουμε έτσι κι αλλιώς τον κίνδυνο να προσβάλλουμε κάποιον – οπότε, καλύτερα ας μιλάμε εξαρχής ελεύθερα: αυτή είναι λίγο-πολύ η φιλοσοφία του Τζόνι.

Έτσι, η μετάβαση από την μάτσο αισθητική των 80s στη ραφιναρισμένη εκδοχή του σήμερα συμβαίνει ομαλότερα, στον βαθμό που ο σεβασμός στο διαφορετικό κερδίζεται και δε χαρίζεται ως χάδι σε κατοικίδιο. Η γνησιότητα του “Cobra Kai” μάς διδάσκει ότι η επιτομή της ανοχής και του σεβασμού είναι η αλήθεια.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s