Ο περιπλανώμενος και η σκιά του

Όσο πιο χαρούμενο και σίγουρο γίνεται το πνεύμα τόσο ξεμαθαίνει ο άνθρωπος το δυνατό γέλιο∙ από την άλλη μεριά, ένα πνευματικό χαμόγελο βρίσκεται συνεχώς στο πρόσωπό του, σημάδι της έκπληξής του μπροστά στις αναρίθμητες κρυφές χαρές που περιέχει η ύπαρξη.

Νίτσε, Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο

Σαν σήμερα, το 1844 γεννήθηκε ο Γερμανός φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε. Ίσως πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο φιλόσοφο στην ιστορία, ο Νίτσε άσκησε βαθιά επιρροή σε τόσο ετερόκλιτα πεδία όσο η φιλοσοφία, η επιστήμη, η ψυχολογία, η θρησκεία, η μουσική, η ζωγραφική, η ποίηση, ο κινηματογράφος κ.ά. Δε θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι ο Νίτσε αποτέλεσε την πιο επιδραστική μορφή στοχαστή στη διανόηση του 20ου αιώνα, ενώ μέχρι και σήμερα γράφονται διδακτορικές διατριβές αλλά και βιβλία ποικίλων τάσεων βασισμένα σε κάποια από τις συναρπαστικά προκλητικές ιδέες του.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι διττός: από τη μια πλευρά, ο ρηξικέλευθος τρόπος σκέψης του (ο ίδιος θα τον αποκαλούσε «απελευθερωμένο»)∙ από την άλλη, η σπάνια και ακατανίκητη ομορφιά της πρόζας του:

Το πρώτο ζήτημα δεν είναι καθόλου αν είμαστε ευχαριστημένοι με τον εαυτό μας, αλλά αν είμαστε ευχαριστημένοι με οτιδήποτε. Καταφάσκοντας μια μοναδική στιγμή, καταφάσκουμε όχι μόνο τον εαυτό μας αλλά όλη την ύπαρξη. Διότι τίποτε δεν είναι αυτάρκες, ούτε μέσα μας ούτε μέσα στα πράγματα∙ κι αν η ψυχή μας δονήθηκε από ευτυχία και ήχησε σαν χορδή άρπας μόνο μια φορά, όλη η αιωνιότητα χρειάστηκε για να προκαλέσει αυτό το ένα συμβάν – και σ’ αυτή τη μοναδική στιγμή της κατάφασης όλη η αιωνιότητα ονομάστηκε καλή, λυτρωμένη, δικαιωμένη και επιβεβαιωμένη. [1]

Αν και ο Νίτσε υπέφερε από ένα πλήθος κρίσεων υγείας στη διάρκεια της ζωής του, από μοναξιά, από φτώχεια, από έλλειψη αναγνώρισης ή ακόμα και απαξίωση, η κατάφασή του στη ζωή, το δικό του Amor Fati (αγάπη για τη μοίρα), ήταν η μετουσίωση του ανθρώπου Νίτσε στον συγγραφέα Νίτσε: η μετουσίωση της ζωής του σε λογοτεχνία. [2] Αυτή η μετουσίωση τον οδηγεί, λίγο πριν το τέλος της διαύγειάς του, να αυτοαναρωτηθεί: «Πώς θα μπορούσα να μην είμαι ευγνώμων προς όλη μου τη ζωή;». [3]

Ενώ, ωστόσο, «το μεγάλο ΝΑΙ» στη ζωή αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της φιλοσοφίας του, κατά ειρωνικό τρόπο, ο Νίτσε συχνά κατηγορήθηκε ως μηδενιστής! Επιπλέον, εξαιτίας της αυξανόμενης δημοφιλίας των γραπτών του, μετά τη νευρική του κατάρρευση, η αντισημίτρια αδελφή του ουσιαστικά καπηλεύτηκε το έργο ζωής του, προκειμένου να προωθήσει τη ρατσιστική/φιλοναζιστική της ατζέντα: έτσι, αποσπάσματα βιβλίων του λογοκρίθηκαν (καινούργιες επανακυκλοφορίες βιβλίων του περιελάμβαναν διαγραφθείσες λέξεις ή φράσεις από το ήδη δημοσιευμένο του έργο), σημειώσεις του συρράφτηκαν προκρούστεια σε νέες γκροτέσκο εκδόσεις, ενώ πολλές ιδέες του διαστρεβλώθηκαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας διαστρέβλωσης συνιστά η ιδέα του «Υπερανθρώπου», μιας ιδεατής μορφής ανώτερης ευγένειας, καλλιέργειας και στιλ από τον –σύγχρονο του Νίτσε– «τελευταίο άνθρωπο», ο οποίος ζει αποναρκωμένος στη νεωτερική βολή του: το φιλοσοφικό, λογοτεχνικό και ποιητικό αριστούργημα του Ζαρατούστρα κατέληξε να αποτελεί αναπόσπαστο εφόδιο στους σάκους των Γερμανών στρατιωτών, ενόσω ο «Υπεράνθρωπος» κακοποιούνταν στο πλαίσιο ενός εθνικορατσιστικού παραληρήματος.

Κάπως έτσι, επήλθε μια σύγχυση για τις καταβολές του νιτσεϊκού έργου, το οποίο ορισμένοι έφτασαν να στηλιτεύσουν ως «ναζιστικό», «αντισημιτικό», «φασιστικό», αλλά και «σχετικιστικό», «προ-μεταμοντέρνο» και άλλες παρόμοιες φαιδρότητες. Στην πραγματικότητα, αυτό που εξωθεί αρκετούς (περαστικούς) σχολιαστές του Νίτσε σε τέτοιου είδους ανερμάτιστες κατηγοριοποιήσεις αποτελεί η μη καθοριστότητα του έργου του. Η σκόπιμη αινιγματικότητα, η απροκάλυπτη αντιφατικότητα και η παντελής έλλειψη ενός συστήματος στη σκέψη του Νίτσε οδήγησε εκπροσώπους της αναλυτικής φιλοσοφίας να τον εξοβελίσουν ολωσδιόλου από τον χώρο της φιλοσοφίας. [4] Ο ίδιος, βέβαια, απεχθανόταν τους «συστηματοποιητές»: «Δυσπιστώ απέναντι σ’ όλους τους συστηματοποιητές και τους αποφεύγω. Η θέληση για σύστημα είναι έλλειψη ακεραιότητας». [5] Πώς, όμως, θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την αμφισημία και την αντιφατικότητα που περιρρέουν τα κείμενά του;

Βασική του θέση –και, συνάμα, κληρονομιά του στη σκέψη του εικοστού αιώνα– ήταν ότι δεν υπάρχει απόλυτη γνώση που να υπερβαίνει όλες τις πιθανές προοπτικές, καθώς η γνώση είναι προσωρινή και περιορίζεται από τη μοναδική προοπτική του κάθε μεμονωμένου ατόμου. Ο προοπτικισμός του Νίτσε καθόρισε, εν πολλοίς, την εκκεντρική του προσέγγιση στα ζητήματα που συζητούσε. Στον βαθμό που τα πράγματα είναι θεμελιωδώς απρόσιτα, το υποκειμενικό στοιχείο υποβάλλει αναγνώσεις από διάφορες οπτικές γωνίες – ακόμη και διαμετρικά αντίθετες. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει επ’ ουδενί ότι όλες οι αναγνώσεις, όλες οι απόψεις είναι εξίσου εύλογες: σε πολλές περιστάσεις, ο Νίτσε καυτηριάζει απόψεις ή πεποιθήσεις λόγω της ανοησίας ή της πλάνης από την οποία εκπορεύονται.

Μια από αυτές τις πλάνες είναι η σύγχυση αιτίας και αποτελέσματος:

Ασύνειδα ψάχνουμε να βρούμε τις αρχές και τα δόγματα που ταιριάζουν με την ιδιοσυγκρασία μας, έτσι που στο τέλος φαίνεται σαν να έχουν δημιουργήσει τον χαρακτήρα μας οι αρχές και τα δόγματα, σαν να του έχουν δώσει σταθερότητα και σιγουριά, ενώ ακριβώς το αντίθετο συνέβη. Το σκέπτεσθαι και το κρίνειν μάς φαίνονται να έχουν γίνει κατόπιν εορτής αιτία της φύσης μας, αλλά, στην πραγματικότητα, η φύση μας είναι η αιτία που σκεφτόμαστε και κρίνουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. – Και τι μας προορίζει γι’ αυτή τη σχεδόν ασύνειδη κωμωδία; Η τεμπελιά και το χουζούρι και όχι λίγο η ματαιόδοξη επιθυμία μας να μας θεωρούν απόλυτα συνεπείς, ομοιογενείς στο σκέπτεσθαι και στο είναι μας: γιατί αυτό το πράγμα εξασφαλίζει σεβασμό, μας χαρίζει εμπιστοσύνη και δύναμη. [6]

Ο Νίτσε πιστεύει πως η σύγχυση αιτίας και αποτελέσματος είναι μια από τις πιο συνηθισμένες πλάνες στις οποίες πέφτουμε – και ταυτόχρονα, μια από τις πιο επικίνδυνες, αφού διασαλεύει την ικανότητά μας για σωστή εσωτερική οργάνωση των εμπειριών μας. Για την «τεμπελιά», την οποία αναφέρει παραπάνω, παραθέτει μια ψυχολογική εξήγηση:

Το να αναγάγουμε κάτι άγνωστο σε κάτι γνωστό είναι μια ενέργεια που ανακουφίζει, καθησυχάζει, ευχαριστεί και επιπλέον δίνει ένα αίσθημα δύναμης. Το άγνωστο φέρνει μαζί του τον κίνδυνο, την ανησυχία, την έγνοια – το πρώτο μας ένστικτο είναι η εξάλειψη αυτών των οδυνηρών καταστάσεων. Πρώτη αρχή: οποιαδήποτε εξήγηση είναι καλύτερη από καμία. Αφού δεν πρόκειται κατά βάθος παρά για μια επιθυμία απαλλαγής από πιεστικές ιδέες, δεν είμαστε και πολύ αυστηροί όσον αφορά στα μέσα που χρησιμοποιούμε για να απαλλαχτούμε απ’ αυτές: η πρώτη ιδέα, με την οποία το άγνωστο εξηγείται ως γνωστό, προκαλεί τόση χαρά που «θεωρείται αληθινή». Απόδειξη της ευχαρίστησης (της «δύναμης») ως κριτηρίου αλήθειας. [7]

Η αλήθεια, από τη σκοπιά του προοπτικισμού, αποτελεί μάλλον απιθανότητα. Μολοντούτο, αν υπάρχουν κάποιοι που δύνανται να προσπελάσουν αυτό το άβατο, αυτοί είναι δίχως αμφιβολία οι σκεπτικιστές:

Μη γελιέστε: τα μεγάλα πνεύματα είναι σκεπτικιστές. Ο Ζαρατούστρα είναι σκεπτικιστής. Η ευρωστία, η ε λ ε υ θ ε ρ ί α που γεννιέται από τη δύναμη και την υπερδύναμη του πνεύματος, α π ο δ ε ι κ ν ύ ε τ α ι με τον σκεπτικισμό. Άνθρωποι με πάγιες πεποιθήσεις αποτελούν αμελητέες ποσότητες στα θεμελιώδη ζητήματα περί αξιών ή μη αξιών. Οι πεποιθήσεις είναι φυλακές. […] Αντιστρόφως: η ανάγκη[…] για ένα απόλυτο Ναι ή Όχι […] είναι ανάγκη αποκλειστική του α δ ύ ν α μ ο υ. [8]

Στο κυνήγι της αλήθειας, ο Ζαρατούστρα αντιπαραβάλλει την ευελιξία των σκεπτικιστών στην ακαμψία των πεπεισμένων:

Μη ζηλεύεις αυτούς τους άκαμπτους και πιεστικούς, εσύ που αγαπάς την αλήθεια! Η αλήθεια ποτέ ως τώρα δεν κρεμάστηκε από το μπράτσο ενός άκαμπτου. [9]

Προοικονομώντας ιδέες της αποδόμησης στο β’ μισό του 20ου αιώνα, ο Νίτσε εγκύπτει στη διαπλοκή γλώσσας και αλήθειας, αναδεικνύοντας (και καυτηριάζοντας) τη μεγαλομανία της νοησιαρχικής προσέγγισης της επιστήμης:

Η σημασία της γλώσσας για την εξέλιξη της κουλτούρας έγκειται στο ότι ο άνθρωπος έβαλε στη γλώσσα έναν δικό του κόσμο δίπλα στον άλλο, ένα μέρος το οποίο θεώρησε τόσο στέρεο που μπορούσε, στηριζόμενος σ’ αυτό, να σηκώσει τον υπόλοιπο κόσμο από τις βάσεις του και να γίνει κύριός του. Στον βαθμό που ο άνθρωπος πίστευε για μεγάλες χρονικές περιόδους στις έννοιες και τα ονόματα των πραγμάτων σαν aeternae veritates [αιώνιες αλήθειες], απέκτησε εκείνη την περηφάνια με την οποία ανέβηκε πάνω από το ζώο: πίστευε πράγματι ότι μέσα στη γλώσσα είχε τη γνώση του κόσμου. Ο πλάστης της γλώσσας δεν ήταν τόσο μετριόφρονας ώστε να πιστεύει ότι έδινε στα πράγματα μόνο κατονομασίες, φανταζόταν μάλλον ότι με τις λέξεις εξέφραζε την ύψιστη γνώση για τα πράγματα∙ στην πραγματικότητα, η γλώσσα είναι το πρώτο στάδιο της ενασχόλησης με την επιστήμη. [10]

Η επιστημονική θέαση του κόσμου, για τον Νίτσε, είναι σύμφυτη με τον «θάνατο του Θεού», μια από τις πιο διαβόητες ανακηρύξεις του. Αν και ένα σημαντικό κομμάτι του έργου του αφορά στην ηθική, και, πιο συγκεκριμένα, στην κριτική της χριστιανικής ηθικής και την αντικατάστασή της με μια πιο ευγενή, ο «θάνατος του Θεού» προήλθε, εντούτοις, από ένα αναμφίλεκτα αξιοσέβαστο χαρακτηριστικό της: την αξία της φιλαλήθειας. Μην ξεχνάτε: ο προοπτικισμός του Νίτσε επιτάσσει την πολυδιάστατη προσέγγιση σε κάθε ζήτημα: μολονότι στον Αντίχριστο ξεσπλαχνίζει την χριστιανική ηθική, ο Νίτσε εκτιμούσε ορισμένες χριστιανικές ερμηνείες που εξιδανικεύουν τη ζωή. Ο αντίκτυπος, παρόλα αυτά, του χριστιανισμού άλλαξε στο πέρασμα του χρόνου, καθώς αυτός μεταλλάχθηκε σε πανίσχυρο θεσμό. [11] Μια από τις μεγαλύτερες αξίες του, η δέσμευση στην αλήθεια, συνέβαλε ακούσια στον αφανισμό της πίστης:

Βλέπετε τι θριάμβευσε πραγματικά σε βάρος του Θεού των χριστιανών: η ίδια η χριστιανική ηθική, η έννοια της φιλαλήθειας που την εκλάμβαναν με όλο και μεγαλύτερη αυστηρότητα, ο εξευγενισμός της χριστιανικής συνείδησης από τον εξομολογητή, που διερμηνεύτηκε και εξιδανικεύτηκε σε επιστημονική συνείδηση, σε μια πάση θυσία διανοητική καθαρότητα. [12]

Αν και πολεμικός έναντι στη θρησκεία, ο Νίτσε διέγνωσε εύστοχα την υπαρξιακή κρίση που υπέβοσκε στην εγκατάλειψη της πίστης. Ο μηδενισμός ήταν το επιγέννημα της κατάργησης του Θεού, και ο ίδιος όρισε ως προσωπικό του καθήκον την πρόταση μιας πνευματικής εναλλακτικής. Το έμβλημα αυτού του καθήκοντος έγινε «η επαναξιολόγηση όλων των αξιών». Χρησιμοποιώντας αφορισμούς (εκ του «αφορίζω» που σημαίνει «προσδιορίζω», «οροθετώ»), ο Νίτσε οροθετεί και παραμερίζει αυτό που θεωρούνταν αληθινό ως τώρα. Επανεξετάζει παραδεδεγμένες «αλήθειες» και αξίες:

Το σκουλήκι συσπειρώνεται όταν το πατούν. Έτσι είναι έξυπνο. Μ’ αυτόν τον τρόπο μειώνει τις πιθανότητες να το ξαναπατήσουν. Στη γλώσσα της ηθικής: ταπεινοφροσύνη. [13]

Οι αξίες της «ηθικής των δούλων» απορρίπτονται, αφού εκπορεύονται από τη μνησικακία έναντι στις αξίες της «ηθικής των κυρίων». Αντί να αναζητάμε την εξιλέωση από την αμαρτωλή φύση μας, ο Νίτσε μάς προτείνει τη συμφιλίωση με τη φύση μας, το σώμα και τα ένστικτά μας. Ο Ζαρατούστρα συνιστά την «αθωότητα των αισθήσεων», το να αγαπάμε τον εαυτό μας, το να ρίχνουμε τον εαυτό μας με θάρρος στον κόσμο και να τον βιώνουμε στην ολότητά του, συγχωρώντας και αποδεχόμενοι το παρελθόν μας. [14] Η έντονα αισθητική κοσμοθεωρία τού Νίτσε εκλαμβάνει τη ζωή ως ένα μόνιμα εν εξελίξει έργο τέχνης, το οποίο φιλοτεχνείται από τη θέλησή μας:

Όταν έχει κανείς το δικό του γιατί της ζωής, τότε τα πάει καλά σχεδόν με κάθε πώς. [15]

Η αγάπη της μοίρας βρίσκεται στην αυτοαποδοχή. Η ευθύνη του ανθρώπου (απέναντι στον εαυτό του) έγκειται στο να ανακαλύψει ένα προσωπικό «γιατί της ζωής» και να ζήσει αυθεντικά, δημιουργώντας το δικό του έργο τέχνης. Ηθικό του χρέος αποτελεί το να καθορίσει τους δικούς του σκοπούς και τις δικές του αξίες, βρίσκοντας τη χαρά μέσα στα ίδια τα πράγματα, μέσα στον ίδιο τον κόσμο.

Παραπομπές:

1. Νίτσε, Φ. (2014). Θέληση για Δύναμη. Αθήνα: Πανοπτικόν.

2. Νεχαμάς, Α. (2002). Νίτσε: Η ζωή σαν λογοτεχνία. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

3. Νίτσε, Φ. (2008). Ιδέ ο Άνθρωπος. Θεσσαλονίκη: Εκδοτική Θεσσαλονίκης.

4. http://www.pelegrinis.gr/%ce%bd%ce%af%cf%84%cf%83%ce%b5/

5. Νίτσε, Φ. (2010). Το Λυκόφως των Ειδώλων: Ή πώς φιλοσοφεί κανείς με το σφυρί. Αθήνα: Πανοπτικόν.

6. Ό.π

7. Ό.π

8. Νίτσε, Φ. (2014). Ο Αντίχριστος: Ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού. Αθήνα: Gutenrberg.

9. Νίτσε, Φ. (2012). Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα: Ένα βιβλίο για όλους και για κανέναν. Αθήνα: Πανοπτικόν.

10. Νίτσε, Φ. (2010). Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο: Ένα βιβλίο για Ελεύθερα Πνεύματα. Αθήνα: Πανοπτικόν.

11. Σόλομον Κ. Ρ. & Χίγκινς Μ. Κ. (2012). Τι είπε στ’ αλήθεια ο Νίτσε. Αθήνα: Μεταίχμιο.

12. Νίτσε, Φ. (2010). Η Χαρούμενη Επιστήμη. Αθήνα: Πανοπτικόν.

13. Νίτσε, Φ. (2010). Το Λυκόφως των Ειδώλων: Ή πώς φιλοσοφεί κανείς με το σφυρί. Αθήνα: Πανοπτικόν.

14. Σόλομον Κ. Ρ. & Χίγκινς Μ. Κ. (2012). Τι είπε στ’ αλήθεια ο Νίτσε. Αθήνα: Μεταίχμιο.

15. Νίτσε, Φ. (2010). Το Λυκόφως των Ειδώλων: Ή πώς φιλοσοφεί κανείς με το σφυρί. Αθήνα: Πανοπτικόν.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s