Η κοσμο-ενατένιση ως αναλγητικό στον υπαρξιακό τρόμο

Για μικρά πλάσματα όπως εμείς, η απεραντοσύνη είναι υποφερτή μόνο μέσω της αγάπης.

Καρλ Σέιγκαν

Στο κλασικό μυθιστόρημά του Νάρκισσος και Χρυσόστομος, ο Έρμαν Έσσε αποδίδει ολόκληρη την ανθρώπινη δημιουργικότητα στον υπαρξιακό τρόμο. Γράφει συγκεκριμένα (και άκρως ποιητικά): “Φοβόμαστε τον θάνατο, τρέμουμε στην αστάθεια της ζωής, πενθούμε όταν βλέπουμε τα λουλούδια να μαραίνονται, τα φύλλα να πέφτουν, και στις καρδιές μας γνωρίζουμε ότι εμείς, επίσης, είμαστε εφήμεροι και σύντομα θα εξαφανιστούμε. Όταν οι καλλιτέχνες δημιουργούν εικόνες και οι στοχαστές αναζητούν νόμους και σχηματίζουν σκέψεις, είναι για να σώσουν κάτι από τον μεγάλο χορό του θανάτου, για να κάνουν κάτι να διαρκέσει περισσότερο από ό,τι εμείς”. Στον «μεγάλο χορό του θανάτου», επομένως, οφείλουμε την ανθρώπινη μεγαλοσύνη, σύμφωνα με τον σπουδαίο Γερμανό συγγραφέα.

Σε έναν από τους αγαπημένους μου διαλόγους στο βιβλίο, οι δύο πρωταγωνιστές ανταλλάζουν σκέψεις για το ανθρώπινο μαρτύριο. Ο Νάρκισσος (ως άνθρωπος του Θεού) από θεολογική σκοπιά, ο Χρυσόστομος από μια περισσότερο προσγειωμένη, αφού έχει έρθει αντιμέτωπος με τη φρίκη της πανούκλας και με ένα πλήθος ανθρώπινων ανοσιουργιών, οι οποίες στ’ αλήθεια λαμπαδιάζουν τα υπαρξιακά του ερωτηματικά. Σε μια προσπάθεια ν’ απαλύνει την οδύνη του φίλου του, ο Νάρκισσος τονίζει στον αγαπητό του προστατευόμενο την όμορφη όψη της ζωής∙ σε κείνο το σημείο, όμως, ο Χρυσόστομος του εξομολογείται: “Επειδή ο κόσμος είναι τόσο γεμάτος από θάνατο και τρόμο, προσπαθώ να παρηγορήσω την καρδιά μου και να διαλέγω τα λουλούδια που μεγαλώνουν εν μέσω της κόλασης. Βρίσκω την ευδαιμονία, και για μια ώρα ξεχνάω τον τρόμο. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αυτός δεν υπάρχει”.

Νομίζω ότι, σαν τον Χρυσόστομο, οι περισσότεροι από μας πορευόμαστε με αρκετά παρόμοιο τρόπο: αναζητούμε τα λουλούδια μέσα στην κόλαση, και, καμιά φορά, πράγματι τα βρίσκουμε∙ όμως, ο τρόμος βρίσκεται σταθερά εκεί πίσω, σαν μόνιμη σκιά στο φόντο… Πίσω από κάθε μας εξερεύνηση, κάθε μας αγωνία, κάθε μας επιτυχία, πίσω από κάθε βασανισμένο μας δημιούργημα: σε έσχατο επίπεδο, είναι αυτός ο τρόμος που διαπερνά και καθοδηγεί όλες μας τις αναζητήσεις. Κατά συνέπεια, μάλλον δεν μπορούμε να τον απεμπολήσουμε∙ μόνο να τον κατευνάσουμε.

Σε ένα άλλο, εξίσου αγαπημένο μου μυθιστόρημα, ο Νίτσε παρατηρεί ότι η κοσμική προοπτική αποδυναμώνει την τραγωδία: «αν ανεβούμε αρκετά ψηλά, θα φτάσουμε σε ένα ύψος απ’ όπου η τραγωδία παύει να φαίνεται τραγική«. Έχω την εντύπωση ότι στο δικό μου δέος απέναντι στην απεραντοσύνη του κόσμου πιθανότατα λανθάνει μια τέτοιου είδους ψυχολογικά κατευναστική απόπειρα. Η σκέψη, δηλαδή, ότι υπάρχουν τρισεκατομμύρια, τρισεκατομμύρια, τρισεκατομμύρια, τρισεκατομμύρια (+ τρισεκατομμύρια φορές τη λέξη τρισεκατομμύρια) άστρα, γαλαξίες, άλλοι πλανήτες, άλλα όντα (άλλοι άνθρωποι;), άλλα σύμπαντα(;;), συμβάλλει στο να απομυθοποιώ ένα τι την κοσμική σημαντικότητα της ύπαρξής μου – γιατί, σε σχέση με την απίθανη απεραντοσύνη του κόσμου, ίσως να μην έχει και τόσο δραματική σημασία! Φαντάζομαι, δε, ότι, αν και ο Χρυσόστομος γνώριζε πόσο πραγματικά μεγάλος είναι ο κόσμος, ίσως σκοτιζόταν ένα τι λιγότερο…

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s