Η αγαπημένη μου ιστορία της Βίβλου!

Βεβαιώνω όλους όσοι ακούνε τα προφητικά λόγια αυτού του βιβλίου: αν κάποιος προσθέσει κάτι σ’ αυτά, ο Θεός θα προσθέσει σ’ αυτόν τις πληγές, που είναι γραμμένες σ’ αυτό το βιβλίο.

Αποκάλυψη Ιωάννου 22:18

Κάποια στιγμή στις αρχές του 4ου αιώνα, σε κάποιο βιβλιογραφικό εργαστήριο (scriptorium) της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κάποιος άγνωστος χριστιανός μοναχός αντιγράφει την Αγία Γραφή. Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου δεν υπάρχουν τυπογραφεία, ούτε γραφομηχανές, ούτε φαξ, ούτε ηλεκτρονικοί υπολογιστές και ίντερνετ. Αν μια χριστιανική κοινότητα θέλει το κείμενο των Γραφών, θα πρέπει ένας μοναχός (ο «επαγγελματίας γραφέας»1 της εποχής) να αναλάβει να το αντιγράψει βιβλίο προς βιβλίο, λέξη προς λέξη, γράμμα προς γράμμα, από την αρχή μέχρι το τέλος.

Καθώς, λοιπόν, ο προαναφερθείς μοναχός της ιστορίας μας αντιγράφει την Καινή Διαθήκη, φτάνει στην επιστολή του Παύλου2 προς τους Εβραίους, και κοντοστέκεται σε μια λέξη στην εισαγωγή της επιστολής, μόλις στον τρίτο στίχο, που δεν του μοιάζει και πολύ άρτια. Η λέξη αυτή είναι το φέρων – το επίμαχο σημείο στον στίχο του πρωτότυπου κειμένου, που μιλάει για τον Χριστό, έχει ως εξής: «φέρων τε τὰ πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ»: ο Χριστός, δηλαδή, συγκρατεί/κυβερνά/βαστάζει τα πάντα με τη δύναμη του λόγου του. Ο μοναχός-αντιγραφέας αποφασίζει να αλλάξει τη λέξη φέρων με μια παρώνυμη, τη λέξη φανερών: τώρα το κείμενο έχει ένα ελαφρώς διαφορετικό νόημα: ο Χριστός φανερώνει τα πάντα με τη δύναμη του λόγου του. – Λίγους αιώνες αργότερα, ωστόσο, ένας δεύτερος αντιγραφέας διαβάζει το εν λόγω απόσπασμα με ανάλογη αθιβολή, και αποφασίζει να αλλάξει το φανερών με το συνηθέστερο και πιο ομαλό φέρων, σβήνοντας την πρώτη λέξη και αντικαθιστώντας την με τη δεύτερη. Μετά από μερικούς αιώνες ακόμα, ένας τρίτος αντιγραφέας παρατηρεί στο χειρόγραφο την αλλαγή που είχε κάνει ο προκάτοχός του, και σβήνει τη λέξη φέρων, ξαναγράφοντας τη λέξη φανερών. Και φανερά εκνευρισμένος με τον «συνάδελφο» αντιγραφέα του, προσθέτει μια σημείωση στο περιθώριο του κειμένου: «ανόητε και ταπεινέ, άφησε το παλαιό κείμενο, μην το αλλάζεις!»…

Η προς Εβραίους επιστολή του Παύλου(;) στον Βατικανό Κώδικα.

Το κείμενο για το οποίο γίνεται ο λόγος είναι ο θρυλικός «Βατικανός Κώδικας» (ονομάζεται έτσι επειδή ανακαλύφθηκε στη βιβλιοθήκη του Βατικανού), ένα εκ των αρχαιότερων σωζόμενων αντιγράφων της Βίβλου (για την ακρίβεια, μέρους της Βίβλου3). Εντούτοις, το ενδιαφέρον έγκειται στην πρακτική των αντιγραφέων. Όπως μαρτυρά αυτό το κατά τα άλλα φαιδρό περιστατικό, οι αντιγραφείς της Βίβλου πράγματι άλλαζαν ανά περίσταση το «πρωτότυπο»4 κείμενο που αντέγραφαν, δημιουργώντας συχνά τις δικές τους παραλλαγές5. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αυτές οι αλλαγές ήταν ακούσιες και ήσσονος σημασίας: ορθογραφικά λάθη, παράλειψη στίχων από αβλεψία, βιασύνη ή κούραση (δοκιμάστε να αντιγράψετε γράμμα-γράμμα μερικές εκατοντάδες σελίδες με τις λέξεις χωρίς κενά μεταξύ τους, όπως γράφονταν δηλαδή αυτά τα κείμενα από τους συγγραφείς τους) κτλ. Άλλες φορές ήταν ηθελημένες αλλά ξανά επουσιώδεις: ένας αντιγραφέας θα άλλαζε μια λέξη που δεν του άρεσε (όπως στο παράδειγμα του Βατικανού Κώδικα) ή μπορεί να εντόπιζε κάποιο πραγματικό λάθος στο πρωτότυπο (πχ. μια παράθεση χωρίου σε ευαγγέλιο από την Παλαιά Διαθήκη αποδοσμένη στον λάθος προφήτη6) και θα εξάλειφε την αστοχία του συγγραφέα του ευαγγελίου. – Εντούτοις, σπανιότερα υπήρχαν εκούσιες αλλαγές στο κείμενο που είτε αντανακλούσαν κοινωνικές διαφωνίες (πχ. για τον ρόλο των γυναικών στις κοινότητες, τη σχέση με τους –μη χριστιανούς– Εβραίους ή τους παγανιστές κ.ά.) είτε αποτύπωναν θεολογικές διαφωνίες: ιδιαίτερα κατά τον 2ο και 3ο αιώνα που μαίνονταν πλήθουσες θεολογικές έριδες, αυτές οι διενέξεις αναπόφευκτα επηρέαζαν τη μετάδοση των κειμένων7. – Αν και σχεδόν πάντα όλες αυτές οι επεμβάσεις στα κείμενα των Γραφών αφορούσαν μεμονωμένες λέξεις ή λιγοστούς στίχους, σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις οι αντιγραφείς των κειμένων πρόσθεταν μέχρι και ολόκληρες ιστορίες…

Η πιο καθηλωτική ιστορία της Βίβλου!

Από όλες τις ιστορίες της Βίβλου, νομίζω πως αυτή που έχει χαραχθεί πιο βαθιά στη συνείδηση των περισσότερων χριστιανών για την καθηλωτική της δραματικότητα είναι η ιστορία της μοιχαλίδας που φέρνουν για λιθοβολισμό μπροστά στον Ιησού.

Η ιστορία έχει ως εξής. Είναι πρωί στην Ιερουσαλήμ και ο Ιησούς διδάσκει για άλλη μια φορά στον περίβολο του ναού, αφού έχει περάσει το προηγούμενο βράδυ στο όρος των Ελαιών. Την τελευταία εβδομάδα πριν το Πάσχα, ο Ιησούς περνούσε κάθε μέρα στην Ιερουσαλήμ, και ειδικά στον ναό, ενώ τα βράδια αποσυρόταν έξω από την πόλη στη Βηθανία. Γύρω από τον Ιησού έχει μαζευτεί πᾶς ὁ λαὸς, για να ακούσει τον Θεάνθρωπο να κηρύττει. Εν μέσω του κηρύγματος του Ιησού, λοιπόν, κάποιοι γραμματείς και Φαρισαίοι τραβολογούν μια γυναίκα, στήνοντάς την στο κέντρο του συγκεντρωμένου πλήθους, λέγοντας του: «Διδάσκαλε, αυτή η γυναίκα έχει συλληφθεί επ’ αυτοφώρω μοιχευομένη. Και στον νόμο μας ο Μωυσής μάς διέταξε να λιθοβολούμε αυτές τις γυναίκες. Συ, λοιπόν, τι λέγεις;».

Πρόκειται, φυσικά, για καλοστημένη παγίδα. Αν ο Ιησούς συγκατανεύσει στον λιθοβολισμό, εναντιώνεται κατ’ εμφατική αντίφαση στην ίδια του τη διδασκαλία περί αγάπης κι ευσπλαχνίας∙ αν, όμως, αντιταχθεί στον λιθοβολισμό, εναντιώνεται άμεσα στον μωσαϊκό νόμο, τον οποίο ο ίδιος είχε διακηρύξει ότι δεν ήρθε να καταργήσει αλλά να εκπληρώσει (Μτ. 5:17-18).

Καθώς η ένταση αρχίζει να κλιμακώνεται, λαμβάνει χώρα το –κατά τη γνώμη μου– μακράν πιο δραματικό στιγμιότυπο της όλης σκηνής: ενώ οι ύπουλοι προβοκάτορες εμμένουν να τον ρωτούν με αυξανόμενη πίεση, ο Ιησούς σκύβει ξέγνοιαστα προς το έδαφος και αρχίζει να γράφει με το δάχτυλό του στο χώμα!

Το τι ακριβώς γράφει εκείνη τη στιγμή αποτελεί αντικείμενο μυθικών εικασιών ανά τις χιλιετίες. Σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, γράφει τις αμαρτίες αυτών που προτίθενται να τη λιθοβολήσουν! Άλλη αρχαία παράδοση θέλει τον Ιησού να γράφει εκ νέου τον νόμο, όπως ακριβώς έγραψε τον νόμο με το δάχτυλό του ο Θεός (στο Έξ. 31:18)!8 Όπως και να’ χει, η συνέχεια είναι συγκλονιστική…

Ο Ιησούς σηκώνει ατάραχα το κεφάλι του και τους λέει το μνημειώδες: «ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾿ αὐτήν»! Αποσβολωμένοι με τον ιδιοφυή ελιγμό του Ιησού, οι επίδοξοι λιθοβολητές αρχίζουν να αποχωρούν ντροπιασμένοι ένας-ένας, ώσπου να μείνει μόνο η κατηγορούμενη με τον Ιησού. Ο Ιησούς τη ρωτάει τότε πού είναι κατήγοροί της και αν την κατέκρινε τελικά κάποιος. Αυτή του απαντά «οὐδείς, Κύριε». Ο Ιησούς της λέει «οὐδὲ ἐγώ σε κατακρίνω», και την κατευοδώνει προτρέποντάς την να μην αμαρτήσει ξανά!

Το μεγάλο plot twist

Η ιστορία της μοιχαλίδας είναι συνταρακτική όσο και θεολογικά σημαίνουσα. Πράγματι, μέσα σε μια μικρή περικοπή, αποτυπώνεται ανάγλυφα και στην ολότητά του ο χαρακτήρας του Θεού (=Ιησού): δίκαιος αλλά και γεμάτος αγάπη ταυτόχρονα! Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για μια εικονική ιστορία της ζωής του Ιησού που αποκρυσταλλώνει με τον πιο ευφυή και ποιητικό τρόπο τη διδασκαλία αγάπης του.

Η ιστορία της μοιχαλίδας είναι δίχως αμφιβολία μια από τις πιο δημοφιλείς ιστορίες της Βίβλου. Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και στα Πάθη του Χριστού του Μελ Γκίμπσον, μια ταινία που εστιάζει στο μαρτύριο του Ιησού τις τελευταίες ώρες της ζωής του πριν σταυρωθεί, ο σκηνοθέτης δεν παραλείπει να προβάλλει εμβόλιμα, ως flashback, την ιστορία με τη μοιχαλίδα!

Όμως… υπάρχει ένα πρόβλημα: μάλλον δε συνέβη ποτέ!

Ένας εντριβής μελετητής της Βίβλου μπορεί να το υποψιαστεί αυτό, διαβάζοντάς την πιο προσεκτικά, από ένα καίριο στοιχείο που εμπεριέχει η ίδια η διήγηση του ευαγγελίου. Συγκεκριμένα, στον στίχο 4 του επίμαχου χωρίου, ο συγγραφέας αναφέρει ότι η γυναίκα πιάστηκε «ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ μοιχευομένη», ενώ στον επόμενο αμέσως στίχο αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο, πρέπει να λιθοβοληθεί. Όταν, όμως, κάποιος ανατρέξει στον μωσαϊκό νόμο, διαπιστώνει μια κρίσιμη διαφοροποίηση από τα λόγια του ευαγγελιστή. Πιο συγκεκριμένα, η εντολή έχει ως εξής: «Και ο άνθρωπος που θα μοιχεύσει τη γυναίκα κάποιου, που θα μοιχεύσει τη γυναίκα του πλησίον του, θα θανατωθεί οπωσδήποτε, αυτός που μοιχεύει και εκείνη που μοιχεύεται» (Λευ. 20:10∙ βλ. επίσης Δτ. 22:22-24). Εφόσον, λοιπόν, η γυναίκα συνελήφθη «επ’ αυτοφώρω», θα έπρεπε να συμμετέχει στη σκηνή και ο άντρας που διέπραξε το αδίκημα της μοιχείας μαζί της! Διότι, σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο, πρέπει να θανατωθεί και αυτός!

Πέρα από το συγκεκριμένο στοιχείο, όμως, υπάρχουν κι άλλα τεκμήρια που συνηγορούν προς την πλαστότητα του αποσπάσματος. Καταρχάς, το ίδιο το κείμενο, αν αφαιρεθούν οι επίμαχοι (εμφανώς εμβόλιμοι) στίχοι, φαίνεται να έχει μια πολύ πιο ομαλή ροή. Επίσης, οι κριτικοί κειμένου (δηλαδή, οι μελετητές που έχουν ως αντικείμενο την αποκατάσταση του πρωτότυπου κειμένου) έχουν αναγνωρίσει ότι το συγγραφικό ύφος του χωρίου μοιάζει εξαιρετικά παράταιρο σε σχέση με το υπόλοιπο ευαγγέλιο9. Επιπρόσθετα, μέσα σε αυτούς τους 12 στίχους υπάρχουν 13 λέξεις που δεν εντοπίζονται πουθενά αλλού μέσα στο ευαγγέλιο του Ιωάννη (για παράδειγμα, ο Ιωάννης πουθενά αλλού δε χρησιμοποιεί τη λέξη «γραμματεῖς» ή την ονομασία «ὄρος τῶν ἐλαιῶν» που είναι αρκετά συνηθισμένη, αντιθέτως, στα συνοπτικά ευαγγέλια)10.

Εκτός, όμως, αυτών των λεγόμενων «εσωτερικών αποδείξεων», οι ειδικοί συμφωνούν στο ότι το συγκεκριμένο χωρίο αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στο ευαγγέλιο για έναν πιο βασικό και σπουδαιότερο λόγο: δεν υπάρχει σε κανένα από τα αρχαιότερα και καλύτερα χειρόγραφά μας. Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, στους παπύρους 66 και 75 (66ος και 75ος, αντίστοιχα, πάπυρος στην καταλογογράφηση) που χρονολογούνται στα τέλη του 2ου έως και τις αρχές του 3ου αι. μ.Χ., κι αποτελούν τα αρχαιότερα σωζόμενα αντίγραφα του ευαγγελίου. Δεν υπάρχει ούτε στον Βατικανό Κώδικα (300-325 μ.Χ.) αλλά ούτε και στον εξίσου παλαιό (μέσα του 4ου αιώνα) «Σιναϊτικό». Και εκτός όλων αυτών, κανένας Πατέρας της Εκκλησίας (Χρυσόστομος, Τερτυλλιανός, Κυπριανός κ.ά.) δεν αναφέρει την ιστορία μέχρι και τον 12ο αιώνα(!!) που την υπομνηματίζει για πρώτη φορά ο Ευθύμιος Ζηγαβινός– πάνω από χίλια χρόνια, δηλαδή, μετά τη συγγραφή του ευαγγελίου!

Ο πάπυρος 66 (περίπου 200 μ.Χ.). Από το 7:52 συνεχίζει στο 8:12 – η περικοπή της μοιχαλίδας απουσιάζει.

Η «περικοπή της μοιχαλίδας» εντοπίζεται μόνο στο ευαγγέλιο του Ιωάννη το οποίο είναι και το τελευταίο χρονικά ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης, γραμμένο γύρω στα 90-95 μ.Χ., περίπου 60-65 χρόνια μετά τον θάνατο του Ιησού. Ήδη από τον 18ο αιώνα, κριτικοί κειμένου και μελετητές έχουν κατά καιρούς εγείρει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αυθεντικότητα του κειμένου, ενώ νεότεροι μελετητές τείνουν να συμφωνούν πως το ευαγγέλιο υπέστη υστερόχρονες επεξεργασίες από τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά άτομα11.

Αποτελεί, εξάλλου, παραδεδεγμένη άποψη στις βιβλικές σπουδές ότι το Ευαγγέλιο του Ιωάννη απηχεί μια αρκετά αναπτυγμένη θεολογία, η οποία καλλιεργήθηκε στις δεκαετίες που μεσολάβησαν από τον θάνατο του Ιησού μέχρι το τέλος του 1ου αιώνα. Ειδικότερα, καθώς εμπλουτιζόταν (πιο ορθά, εξυψωνόταν) η χριστολογία, δηλαδή η θεολογική αντίληψη του Χριστού, ταυτόχρονα εμπλουτιζόταν το έργο και η ζωή του Ιησού με περισσότερες αφηγήσεις για θαύματα και πάνσοφες ρήσεις του: χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η ανάσταση του Λαζάρου η οποία ξανά αναφέρεται μόνο στο ευαγγέλιο του Ιωάννη (ενώ θα περίμενε κανείς ένα τόσο συγκλονιστικό περιστατικό να το μαρτυρούν και οι άλλοι ευαγγελιστές, από τη στιγμή που αναφέρονται από κοινού σε άλλα, ελάσσονος σημασίας, περιστατικά) και η ιστορία της μοιχαλίδας για την οποία σχεδόν όλοι οι βιβλικοί μελετητές (ανεξαρτήτως πεποιθήσεων12) συγκλίνουν προς την άποψη ότι πρόκειται για μια μεταγενέστερη προσθήκη (ένα από τα τέσσερα χέρια που επεξεργάστηκε το κείμενο;) κάποιου αντιγραφέα του ευαγγελίου. Ο φλογερός απολογητής του Χριστιανισμού James White, για παράδειγμα, γράφει στο βιβλίο του The King James Only Controversy (1995): «Σε 2 οικογένειες χειρογράφων, η ιστορία της μοιχαλίδας βρίσκεται σε 2 διαφορετικά σημεία στο ευαγγέλιο του Λουκά, ενώ έχουμε χειρόγραφα που την τοποθετούν σε 2 διαφορετικά σημεία στο ευαγγέλιο του Ιωάννη. […] Είναι προφανώς μια πολύ δημοφιλής ιστορία που άρεσε σε όλους πίσω σε εκείνη την εποχή, και που βρήκε εν τέλει ένας μέρος να προσγειωθεί στο Ιωαν: 7:53-8:1-11». Ίσως ο πιο σπουδαίος ιστορικός της Καινής Διαθήκης του 20ου αιώνα και κορυφαία αυθεντία στα ζητήματα κριτικής κειμένου στη Βίβλο, Bruce Metzger, στο κλασικό του Textual Commentary on the Greek New Testament (1971) υπερθεματίζει: «Τα στοιχεία για τη μη-Ιωάννεια προέλευση της περικοπής της μοιχαλίδας είναι συντριπτικά. Απουσιάζει από τόσα πρώιμα και ποικίλα χειρόγραφα […] Όταν κάποιος προσθέσει σε αυτήν την εντυπωσιακή και ποικιλόμορφη λίστα εξωτερικών αποδείξεων τη σκέψη ότι το στυλ και το λεξιλόγιο της περικοπής διαφέρουν διακριτά από το υπόλοιπο του Τέταρτου Ευαγγελίου (βλ. οποιονδήποτε κριτικό σχολιασμό), και ότι διακόπτει τη σειρά 7:52 και 8:12, η θέση εις βάρος της Ιωάννειας συγγραφικής ταυτότητας φαίνεται να είναι τελεσίδικη». Ο Dan Wallace, τέλος, εξέχων καθηγητής της Καινής Διαθήκης στο Θεολογικό Σεμινάριο του Ντάλας, έχει διάσημα δηλώσει: «Η ιστορία της μοιχαλίδας είναι η αγαπημένη μου ιστορία από τη Βίβλο η οποία δεν ήταν στη Βίβλο!».

Σημειώσεις:

1. Με τον όρο «επαγγελματίας γραφέας» εννοώ ότι ήταν εκπαιδευμένος ειδικά στην αντιγραφή των ιερών κειμένων∙ οι μοναχοί, φυσικά, δεν πληρώνονταν.

2. Για τη συγγραφική ταυτότητα της επιστολής του Παύλου προς Εβραίους υπήρχε αμφιβολία ήδη από τον τρίτο αιώνα (Ο Ωριγένης, για παράδειγμα, γράφει χαρακτηριστικά «ποιος έγραψε την επιστολή [προς Εβραίους] μόνο ο Θεός το γνωρίζει». Στη σύγχρονη εποχή, οι ειδικοί συμφωνούν σχεδόν οικουμενικά ότι γράφτηκε πιθανόν από κάποιον μεταγενέστερο οπαδό του, ψευδωνυμικά.

3. Δεν περιλαμβάνει διάφορα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, όπως και λίγα της Καινής (Α’ και Β’ προς Τιμόθεον, προς Τίτον, προς Φιλήμονα και την Αποκάλυψη).

4. Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε κανένα από τα πρωτότυπα κείμενα της Καινής Διαθήκης (όπως εννοείται και κανενός άλλου κειμένου της αρχαιότητας), και τα πρώτα αντίγραφα ολόκληρων βιβλίων της ΚΔ που σώζονται προέρχονται από τις αρχές του 3ου αιώνα – δηλαδή, τουλάχιστον 100-150 χρόνια μετά τη συγγραφή τους (παρεμπιπτόντως, για σχεδόν όλα τα υπόλοιπα έργα της αρχαιότητας, η απόκλιση είναι σημαντικά μεγαλύτερη!). Ολοκληρωμένα αντίγραφα όλης της Καινής Διαθήκης (ή, πιο σωστά, εναλλακτικών της εκδοχών – βλ. προηγούμενη σημείωση) βρίσκουμε από τον 4ο αιώνα και μετά. (Σημείωση επί της σημειώσεως: πάνω από το 90% των ελληνικών αντιγράφων της Καινής Διαθήκης που σώζονται είναι αντίγραφα που δημιουργήθηκαν 900-1000 χρόνια μετά τα πρωτότυπα).

Επομένως, έβαλα τη λέξη πρωτότυπα σε εισαγωγικά, γιατί ακόμα και οι παλαιότεροι χριστιανοί αντιγραφείς δε θα ήταν σε θέση να γνωρίζουν με πάσα βεβαιότητα ότι το κείμενο που αντιγράφουν δεν είχε τροποποιηθεί με κάποιον τρόπο πριν φτάσει σε αυτούς (το αστείο περιστατικό που παρέθεσα στην αρχή του κειμένου με τις αλλαγές που αποτυπώνονται στον Βατικανό Κώδικα είναι δηλωτικό αυτού του γεγονότος).

Και αν σκέφτεστε ότι κάπως έτσι καθίσταται αμφίβολη η αξιοπιστία-αυθεντικότητα / μη παραχάραξη οποιουδήποτε έργου της αρχαιότητας, θα σας έλεγα ότι αυτό είναι αυτονόητο και παραδεδεγμένο στους μελετητές! Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν ειδικοί που κάνουν την ίδια δουλειά (κριτική κειμένου-διερεύνηση της αυθεντικότητας) για τον Όμηρο, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τόσους άλλους αρχαίους συγγραφείς.

5. Ίσως το καλύτερο βιβλίο που υπάρχει για το συγκεκριμένο ζήτημα: Μπρους Μ. Μέτζγκερ & Μπαρτ Ν. Έρμαν (2005). Το Κείμενο της Καινής Διαθήκης: Η Μετάδοση, η Παραφθορά και η Αποκατάστασή του, Νέα Υόρκη: Oxford Univ. Press. & White J.R. (2004). Scripture Alone: Exploring The Bible’s Accuracy, Authority And Authenticity, Minnesota: Bethany House Publishers.

6. Ένα πολύ γνωστό παράδειγμα είναι ο δεύτερος στίχος του Κατά Μάρκον ευαγγελίου. Στα αρχαιότερα και καλύτερα χειρόγραφα του ευαγγελίου ο στίχος αναφέρει «Όπως έχει γραφεί στον Ησαΐα τον προφήτη», όμως η αρχή αυτής της παράθεσης δεν είναι από τον Ησαΐα αλλά από τον συνδυασμό δύο χωρίων στην Παλαιά Διαθήκη (Εξ. 23:20 και Μαλ. 3:1). Εντοπίζοντας το πρόβλημα, οι αντιγραφείς άλλαξαν τον στίχο, γράφοντας «Όπως είναι γραμμένο στους προφήτες» – αυτόν (τον μεταγενέστερο) στίχο θα βρείτε και στις περισσότερες σύγχρονες εκδόσεις.

Ehrman, B.D. (2008), Παραφράζοντας τα Λόγια του Ιησού: Πώς τα σφάλματα και οι τροποποιήσεις διαμόρφωσαν την Καινή Διαθήκη που γνωρίζουμε σήμερα, Αθήνα: Ενάλιος, 130.

7. Ό.π., 200. «Αυτοί οι δύο αιώνες υπήρξαν ιδιαίτερα πλούσιοι σε θεολογικές διαφωνίες μεταξύ των Χριστιανών. Στην πραγματικότητα, οι θεολογικές διαφορές ήταν τόσο εκτεταμένες που ομάδες ατόμων που αυτοαποκαλούνταν Χριστιανοί υποστήριζαν πεποιθήσεις και πρακτικές που οι περισσότεροι Χριστιανοί σήμερα θα επέμεναν ότι δεν είναι καθόλου χριστιανικές. […] Κάθε μία εξ αυτών των απόψεων […] αποτελούσαν θέμα διαρκούς ανάλυσης, διαλόγου και διαφωνίας τους πρώτους αιώνες της εκκλησίας, ενώ οι Χριστιανοί των διαφόρων πεποιθήσεων προσπαθούσαν να πείσουν τους άλλους για την αλήθεια των δικών τους ισχυρισμών».

8. O Chris Keith, καθηγητής της Καινής Διαθήκης και του Πρώιμου Χριστιανισμού στο πανεπιστήμιο του St. Mary στο Λονδίνο, προσφέρει μια ενδιαφέρουσα εξήγηση επ’ αυτού: «Ο συγγραφέας της ιστορίας με τη μοιχαλίδα φαίνεται να ισχυρίζεται όχι μόνο ότι ο Ιησούς μπορεί να γράφει [σημείωση: κρίσιμο εφόσον στο προηγούμενο κεφάλαιο, πχ. στο 7:15, οι Ιουδαίοι εμφανίζονται σε σύγχυση-δυσπιστία σχετικά με τη μόρφωση του Ιησού], αλλά ότι επίσης αυτή η συγκεκριμένη περίπτωση γραφής παραλληλίζει τις πράξεις του ίδιου του Θεού, καθιστώντας έτσι τον Ιησού ανώτερο του Μωυσή, τον οποίο οι αντίπαλοί του είχαν προκαλέσει να σφετεριστεί, εκφέροντας την κρίση του για τη γυναίκα εξαρχής». Ο Κιθ επίσης αναφέρει ότι είναι πιθανό ο Ιησούς να μην έγραφε κάτι σημαντικό, διότι, σε αυτήν την περίπτωση, ο συγγραφέας του ευαγγελίου πιθανόν θα συμπεριελάμβανε αυτήν την πληροφορία.

Chris Keith, «Manuscript History and John 8:1-8:11», [προσπελάστηκε 29/04/2021]. Online: https://www.bibleodyssey.org:443/passages/related-articles/Manuscript History and John

9. Kreitzer, l.J. & Rooke, D.W. (eds) . Ciphers in the sand. Interpretations of the woman taken in adultery (John 7:53‑8:11). The Biblical Seminar, 74. Sheffield: Sheffield Academic Press, 2000.

10. Ό.π.

11. Εκτός από την περικοπή της μοιχαλίδας, την οποία πρόσθεσε κάποιος αντιγραφέας του ευαγγελίου σε αρκετά μεταγενέστερο χρόνο (τουλάχιστον 300 χρόνια μετά την συγγραφή του πρωτοτύπου), αρκετοί μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι ο πρόλογος (1:1-18) αλλά και το τελευταίο κεφάλαιο (21) του ευαγγελίου του Ιωάννη πιθανόν δεν αποτελούσαν τμήματα του αυθεντικού κειμένου αλλά «συρράφτηκαν» σε αυτό σε κάποια ύστερη φάση.

12. Είναι ευρύτατα διαδεδομένη η αντίληψη ότι οι ιστορικοί που περνούν από κόσκινο την Καινή Διαθήκη, προκειμένου να ελέγξουν την αξιοπιστία της ως προς τις αφηγήσεις που εμπεριέχει, είναι κυρίως άθεοι ή, εν πάση περιπτώσει, εχθρικά διακείμενοι προς τον χριστιανισμό. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι η εντελώς αντίθετη: διαχρονικά, η συντριπτική πλειονότητα των κριτικών κειμένου, ιστορικών του πρώιμου χριστιανισμού και βιβλικών μελετητών εν γένει ήταν χριστιανοί. Τα περισσότερα πορίσματα που εκθέτονται στο παρόν κείμενο αποτελούν προϊόντα της πνευματικής αναζήτησης ανθρώπων της πίστης.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s