Η Θεωρία της Προσομοίωσης: το Ψηφιακό Πολυσύμπαν

-Αυτό… αυτό δεν είναι πραγματικό;!

-Τι είναι «πραγματικό»; Πώς ορίζεις το «πραγματικό»; Αν μιλάς για το τι μπορείς να νιώσεις, τι μπορείς να μυρίσεις, να γευτείς και να δεις, τότε «πραγματικό» είναι απλώς ηλεκτρικά σήματα που ερμηνεύονται από τον εγκέφαλό σου.

Μορφέας στον Νίο, στην εμβληματική σκηνή που του αποκαλύπτει το Matrix.

Κάποια στιγμή στα μέσα της δεκαετίας του 370 π.Χ., ο Πλάτων1, καθισμένος στη σκιά ενός δέντρου στον κήπο της Ακαδημίας του, αρχίζει να αφηγείται στους μαθητές του μια ιστορία για ένα υπόγειο σπήλαιο και ορισμένους ανθρώπους που από παιδιά ήταν αλυσοδεμένοι μέσα σε αυτό. Οι αλυσίδες, στα σκέλη και τους αυχένες τους, τους καθιστούν καθηλωμένους ώστε να κοιτάζουν μόνο μπροστά· δεν μπορούν να στρέψουν το κεφάλι τους πίσω, προς την είσοδο της σπηλιάς. Το μόνο που μπορούν να δουν είναι σκιές που δημιουργεί μια φωτιά που καίει ψηλά και πίσω τους.

Η διάσημη αλληγορία του Πλάτωνα αποτελεί μια από τις πρώτες φιλοσοφικές απόπειρες διερεύνησης του πώς διαπλέκονται η οντολογία (τι είναι αληθινό, ποια είναι η φύση της πραγματικότητας) με τη γνωσιολογία (πώς εδραιώνουμε τι γνωρίζουμε για την πραγματικότητα). Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε γύρω μας είναι πραγματικό; Οι δεσμώτες στον Μύθο του Σπηλαίου θεωρούν πραγματικό το παιχνίδι των σκιών στον τοίχο. Η πραγματικότητα γι’ αυτούς είναι οι χορογραφίες αυτών των σκιών. Κάποια στιγμή, ένας από αυτούς αποδρά και βλέπει τον «αληθινό» κόσμο στο φως. Ο Πλάτων θεωρούσε πως η βαθύτερη πραγματικότητα συνίστατο από τις «Ιδέες» (ή «είδη»), οι οποίες είναι αιώνιες και αμετάβλητες οντότητες που υπάρχουν καθ’ εαυτές, ενώ ο ρευστός, μεταβαλλόμενος αισθητός κόσμος γύρω μας συνιστά τις σκιές τους2.

Καρτέσιος

Περίπου 2 χιλιάδες χρόνια μετά τον Πλάτωνα, ένας Γάλλος φιλόσοφος, ο Καρτέσιος, αναζήτησε ένα ακλόνητο οντολογικό θεμέλιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να στερεώσει την επιστημολογία του. Οι αισθήσεις μας είναι απατηλές, η νόησή μας μεθοδολογικά αναξιόπιστη, οι πρότερες γνώσεις μας επισφαλείς: η καθολική αμφιβολία, ergo, είναι αναπόδραστη· ίσως, αναγκαστική3.

Μολαταύτα, ακόμα κι αν αμφισβητήσουμε τα πάντα, υπάρχει κάτι για το οποίο δεν μπορούμε να αμφιβάλλουμε, κάτι που διαφεύγει επίμονα τον ακραίο σκεπτικισμό: η επίγνωσή του: Σκέπτομαι, άρα υπάρχω.

Ο Καρτέσιος έδειξε πως, ακόμα κι αν αμφισβητήσουμε οποιαδήποτε πραγματικότητα κείται έξω από τη συνείδησή μας, μπορούμε, παρόλα αυτά, να αντλήσουμε έστω μία βεβαιότητα εκ των ένδον: η συνειδητοποίηση της υποκειμενικής μας εμπειρίας αποτελεί το ακατάλυτο οντολογικό εφαλτήριο για τη φιλοσοφία και την επιστήμη.

Εγκέφαλοι Μπόλτσμαν

Εδώ, ωστόσο, εμφιλοχωρεί μια ενοχλητική σκέψη: εάν το μόνο πράγμα για την ύπαρξη του οποίου μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι η συνείδησή μας, τότε πώς μπορούμε να αποδείξουμε ότι οτιδήποτε έξω από αυτήν είναι πραγματικό;

Μια ακραία έκφανση αυτού του σολιψιστικού προβληματισμού, καλλιεργημένη από σκέψεις της φυσικής για την εντροπία και τη θερμοδυναμική, οδηγεί στους διαβόητους «Εγκεφάλους Μπόλτσμαν»4. Με δυο λόγια, οι εγκέφαλοι Μπόλτσμαν είναι το καταληκτικό στάδιο μιας ατερμάτιστης καχυποψίας: σε ένα πρακτικά ανεξάντλητο χρονικό περιθώριο μιας ασύλληπτα αστρονομικής διάρκειας, στο (ίσως και αιώνιο) σύμπαν μας, είναι απολύτως πιθανό, κάπου, στην αχανή χωροχρονική απεραντοσύνη του, να προκύψει μια αυθόρμητη συγκέντρωση σωματιδίων που θα συναπαρτίσουν έναν εγκέφαλο με σκέψεις και αναμνήσεις μιας ζωής σε έναν πλανήτη ονόματι Γη· μάλιστα, σύμφωνα με ορισμένες κοσμολογικές υποθέσεις, είναι στατιστικά πιο πιθανό από την εμφάνιση δισεκατομμυρίων ανθρώπων με αληθινούς εγκεφάλους που αλληλεπιδρούν για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια σε έναν αληθινό πλανήτη σαν τον δικό μας…

Τρούμαν

Μερικές φορές έρπει μέσα στο μυαλό μου μια συγγενική σκέψη. Μήπως όλοι γύρω μου δεν είναι αληθινοί, ή, έστω, δεν είναι αυτό που φαίνεται να είναι; Μήπως αν καταλάβαιναν ότι το κατάλαβα αυτό θα έρχονταν να με τερματίσουν, γιατί για κάποιον λόγο είναι κακό και μη επιτρεπτό το υποκείμενο να έχει αναγνωρίσει το πείραμα; Μήπως βρίσκομαι σε ένα είδος φυλακής, μέσα στο οποίο τελώ ως πειραματόζωο;

Στο The Truman Show (1998) ο Truman Burbank (ενσαρκωμένος από τον αγαπημένο μου Jim Carrey) ζει κάτι παρόμοιο. Η ζωή του, ουσιαστικά, είναι το απόλυτο reality show – μόνο που συμμετέχει ακούσια σε αυτό, χωρίς να το γνωρίζει, από τη γέννησή του. Το στούντιο, στο οποίο διαδραματίζεται η ζωή του, είναι το δικό του σπήλαιο, και ο ίδιος είναι ένας σύγχρονος δεσμώτης.  Όλοι οι άνθρωποι που γνωρίζει είναι ηθοποιοί και η πόλη του είναι ένα μεγάλο σκηνικό, ο ουρανός του οποίου κρύβει μια πόρτα για τον έξω-αληθινό κόσμο. Όταν την ανοίγει, στο συγκινητικό φινάλε της ταινίας, ακούει μια φωνή από τον ουρανό: είναι ο δημιουργός της τηλεοπτικής προσομοίωσης που συνιστά την αρένα μέσα στην οποία διαδραματίζεται η εικονική ζωή του. Στην πρόταση του δημιουργού να παραμείνει, γιατί δε θα βρει τίποτα πιο αληθινό στον έξω κόσμο, του απαντά θεατρικά, με μια γλυκόπικρη ειρωνεία που πνίγει λανθάνοντα αισθήματα λύτρωσης, «Good morning, and, in case I dont see yaGood afternoon, good evening, and good night!».

Matrix

Έναν χρόνο μετά το Truman Show, προβλήθηκε ίσως η κορυφαία ταινία επιστημονικής φαντασίας όλων των εποχών, το Matrix. Οι δύο ταινίες μοιράζονται ορισμένα πρόδηλα κοινά χαρακτηριστικά, το πιο θεμελιώδες εκ των οποίων συνίσταται στην ιδέα πως ο κόσμος μέσα στον οποίο ζουν οι πρωταγωνιστές δεν είναι αληθινός· η λεπτή διαφορά είναι πως στο Truman Show η ψευδαίσθηση είναι θεατρική, ενώ στο Matrix ψηφιακή.

Όταν ο Μορφέας αποκαλύπτει στον Νίο τη σοκαριστική αλήθεια, ότι ουσιαστικά οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε μπαταρίες για τις μηχανές και ζουν μέσα σε μια προσομοίωση που έχουν δημιουργήσει οι τελευταίες, προκειμένου η ανθρωπότητα να παραμείνει μια ναρκωμένη, ανεξάντλητη πηγή ενέργειας, του προσφέρει το περίφημο κόκκινο χάπι, για να σπάσει τα δεσμά του εικονικού κόσμου και να μεταβεί από το σκοτάδι στο φως, όπως ο δεσμώτης που έσπασε τις αλυσίδες του στον μύθο του Πλάτωνα, και όπως ο Τρούμαν άνοιξε την πόρτα εξόδου από το στούντιο στον τεχνητό ουρανό.

Και στις δύο ταινίες, ο πρωταγωνιστής φτάνει στην αφύπνιση μέσω της αμφιβολίας. Υποψιάζοντας ότι κάτι δεν είναι σωστό στον κόσμο που παρατηρεί γύρω του, εν τέλει επιστρατεύει το θάρρος του και αποτολμά να εισέλθει στον αληθινό κόσμο· ο Τρούμαν βγαίνοντας από το στούντιο και ο Νίο καταπίνοντας το κόκκινο χάπι. Το ηθικό δίδαγμα, ή μάλλον ένα εκ των πολλών, φαίνεται να είναι πως η ανακάλυψη της αλήθειας προϋποθέτει την αμφισβήτηση της «αλήθειας» που έχουμε συνηθίσει να αποδεχόμαστε.

Μπόστρομ & το Ψηφιακό Πολυσύμπαν

Φυσικά, καμιά κατηγορία ανθρώπων δεν ξεπερνά στο σπορ της αμφισβήτησης τους φιλόσοφους· οι φιλόσοφοι είναι τα κατεξοχήν φιλύποπτα όντα. Ένας Σουηδός επαγγελματίας φιλόσοφος, ο Nick Bostrom από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, δημοσίευσε λίγα χρόνια μετά το Matrix, το 2003, ένα από τα πλέον διάσημα –αν όχι το πιο διάσημο– κείμενα για την περίφημη θεωρία της προσομοίωσης, με την ευθύτατη ερώτηση σε ρόλο τίτλου Ζεις μέσα σε μια προσομοίωση κομπιούτερ5;

Η ιδέα είναι αρκετά απλή. Αν η τεχνολογική εξέλιξη συνεχιστεί απαραμείωτη και φτάσουμε κάποια στιγμή (δεν έχει σημασία πότε, είτε σε λίγες δεκαετίες είτε εκατομμύρια χρόνια από τώρα) σε ένα μεταανθρώπινο (“posthuman” όπως το θέτει ο Μπόστρομ) επίπεδο, μπορούμε βάσιμα να φανταστούμε πως οι απόγονοί μας (ό,τι ακριβώς κι αν είναι «αυτοί») θα έχουν στη διάθεσή τους τη δυνατότητα να κατασκευάζουν υπολογιστές με αδιανόητη –για τα σημερινά δεδομένα– υπολογιστική ισχύ. Με τέτοιους υπολογιστές, στο μέγεθος ενός πλανήτη για παράδειγμα, θα καταστεί εφικτή η παραγωγή προσομοιώσεων της πραγματικότητας – τόσο πιστών που πρακτικά θα είναι αδύνατο να ξεχωριστούν από την «αυθεντική» πραγματικότητα (“base reality”). Εφόσον αυτό το σενάριο πράγματι είναι επιτεύξιμο (πρώτη προϋπόθεση-προκείμενη στον συλλογισμό του Μπόστρομ) και τελικά λάβει χώρα, τότε οι μελλοντικοί πολιτισμοί είτε δε θα έχουν το ενδιαφέρον ή την πρόθεση (για οποιονδήποτε λόγο: πρακτικό, ηθικό, πολιτισμικό) να τρέξουν προσομοιώσεις των προγόνων τους είτε θα την έχουν· στη δεύτερη περίπτωση, είναι εξαιρετικά πιθανό6 πως εμείς, αυτήν τη στιγμή, ζούμε σε μια προσομοίωση, σε ένα λογισμικό πρόγραμμα ενός κομπιούτερ.

Ο λόγος έχει να κάνει με τις πιθανότητες. Σκεφτείτε ένα ενδεχόμενο όπου η ανθρωπότητα φτάνει σε ένα επίπεδο στο οποίο η παραγωγή προσομοιώσεων είναι τόσο εύκολη όσο το να παίξεις ένα παιχνίδι στον υπολογιστή. Θα μπορούσε κανείς, αν ήθελε, να φτιάξει εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια τέτοιες προσομοιώσεις (παράγοντας, έτσι, ένα Ψηφιακό Πολυσύμπαν), και με επαρκή υπολογιστική ισχύ, οι οντότητες εντός αυτών των προσομοιώσεων θα μπορούσαν να διαθέτουν συνείδηση. Θα ήταν τρομερά δύσκολο έως αδύνατο να μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι βρίσκεται σε προσομοίωση· μια προσομοίωση αρκετά καλά σχεδιασμένη θα ήταν αξεχώριστη από την «αληθινή» πραγματικότητα.

Ζούμε μέσα σε μια προσομοίωση κομπιούτερ;

Η σύντομη και τρομακτική απάντηση είναι: δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως όχι. Ή, τουλάχιστον, σε αυτό το συμπέρασμα συγκλίνουν οι περισσότεροι επιστήμονες και φιλόσοφοι που έχουν σκεφτεί το πρόβλημα. Εντούτοις, αρκετά πρόσφατα, τον Ιούλιο του 2025, μια μελέτη7 τεσσάρων φυσικών και κοσμολόγων, λαμβάνοντας υπόψη θεωρήματα όπως αυτό της μη πληρότητας του Gödel και άλλα, καταλήγει στο συμπέρασμα πως ορισμένα στοιχεία της πραγματικότητας δεν μπορούν να περιγραφούν αλγοριθμικά, και, δεδομένου πως μια προσομοίωση χαρτογραφείται αποκλειστικά σε αλγοριθμικά νήματα, το σύμπαν μας δεν μπορεί να είναι μια προσομοίωση.

Πριν από αυτήν τη μελέτη, αρκετοί επιστήμονες και φιλόσοφοι άσκησαν κριτική στο κείμενο του Μπόστρομ. Η πιο οξυδερκής, κατά τη γνώμη μου, προέρχεται από τον Dan J. Bruiger, ο οποίος, στο άρθρο του “A Refutation of the Simulation Argument”8, επισημαίνει πως η προσομοίωση προαπαιτεί έναν οντολογικό διαχωρισμό που το ίδιο το επιχείρημα αρνείται: αν μια προσομοίωση είναι τόσο τέλεια σχεδιασμένη ώστε να μην μπορεί, ουσιαστικά, να διακριθεί από την πραγματικότητα, τότε ο ίδιος ο όρος «προσομοίωση» χάνει το νόημά του και το επιχείρημα του Μπόστρομ αυτοαναιρείται γλωσσικά και εννοιολογικά.

Σε προσωπικό επίπεδο, για κάποιον λόγο, η ιδέα ότι μπορεί ολόκληρη η πραγματικότητα να είναι απλώς το ψηφιακό προϊόν ενός προγράμματος που εγκατάστησε στον υπολογιστή του ένα 10χρονο από το έτος 44 δισεκατομμύρια μ.Χ. δε μου προκαλεί ιδιαίτερη υπαρξιακή πίεση. Αν μάθαινα με κάποιον αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι πράγματι ζούμε σε μια προσομοίωση, ίσως η αίσθηση ματαιότητας να εντεινόταν, αλλά, και πάλι, και μόνο η κοσμική προοπτική από μόνη της με έχει προσγειώσει ήδη αρκετά ως προς τη ματαιοδοξία που μπορεί να διασκέδαζα παλαιότερα, σε μια πολύ πιο ξέγνοιαστη και αφελή φάση της ζωής μου, σε ό,τι αφορά τη σημασία της ατομικής μου ύπαρξης στην κοσμική αρένα· η επίγνωση της προσομοίωσης απλώς θα με προσγείωνε ένα επίπεδο περαιτέρω – δε θα με συνέτριβε ψυχολογικά. – Αν, αντιθέτως, μπορούσε να αποδειχθεί, ξανά πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι δε ζούμε σε μια προσομοίωση, αλλά το σύμπαν μας είναι ένα αληθινό σύμπαν, με σάρκα και οστά τρόπος του λέγειν, ξανά δε θα άλλαζε σχεδόν τίποτα, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτό το θεωρούσα δεδομένο όλα αυτά τα χρόνια, πριν αρχίσω να διαβάζω φιλοσοφία και cutting edge επιστήμη με όλες αυτές τις φαινομενικά θεότρελες θεωρίες. Με βάση τα όσα έχω μελετήσει και ακούσει, το ένστικτό μου μου λέει πως δε βρισκόμαστε σε μια προσομοίωση, ωστόσο το ένστικτό μου θα μπορούσε κάλλιστα να έχει απλώς προγραμματιστεί έτσι.

Σημειώσεις:

1. Ο μύθος του σπηλαίου βρίσκεται στην αρχή του βιβλίου Ζ της Πολιτείας του Πλάτωνος. Ως είθισται στους διαλόγους του, βασικός πρωταγωνιστής είναι ο Σωκράτης, ο οποίος, εν προκειμένω, κάνει και την αφήγηση του μύθου. Αντλώ το υλικό από την εκπληκτική έκδοση της ΠΟΛΙΣ, με την επιμέλεια-μετάφραση του Ν.Μ. Σκουτερόπουλου, καθηγητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σελ. 503-509.

2. Πέρα από την Πολιτεία, όπου ο Πλάτων παρουσιάζει συστηματικά τη «θεωρία» των Ιδεών (κυρίως στα βιβλία Ε, ΣΤ και Ζ), για το ίδιο θέμα μιλάει και στον Φαίδωνα, ξανά μέσω του Σωκράτη, λίγο πριν ο τελευταίος πεθάνει: για παράδειγμα, στο 65d-66a για τη διάκριση νοητού και αισθητού και στο 78c-79a για το αμετάβλητό τους. Όσον αφορά δευτερογενή βιβλιογραφία, εξαιρετικά κατατοπιστικό βιβλίο για τα παραπάνω συνιστά το κλασικό An Introduction to Platos Republic (1981) από τη Julia Annas, η οποία θεωρείται από τις πιο σημαντικές σύγχρονες μελετήτριες του Πλάτωνα. Το 9ο κεφάλαιο του προαναφερθέντος βιβλίου είναι αφιερωμένο στη «Θεωρία» των Ιδεών – τα εισαγωγικά δικά της, διότι, όπως εξηγεί, ο όρος «θεωρία» είναι ένα τι τραβηγμένος έως παραπλανητικός, καθώς ο Πλάτωνας δεν αναπτύσσει μια ενιαία «θεωρία» με τη σύγχρονη έννοια. – Παρεμπιπτόντως, ο Φαίδων είναι επίσης το έργο στο οποίο ο Πλάτωνας υποστηρίζει πως η ψυχή είναι αθάνατη – μια ιδέα αρκετά επιδραστική, αν σκεφτεί κανείς πως συνέβαλε στη διαμόρφωση των χριστιανικών αντιλήψεων για το επέκεινα (για αυτό το ζήτημα κατατοπιστικό είναι το βιβλίο του Bart Ehrman Heaven and Hell: A history of the Afterlife [2020] – τυχαίνει να απολαμβάνω το προνόμιο του να το διαβάζω αυτές τις μέρες!).

3. Cottingham, John. Descartes: A Very Short Introduction. Oxford: Oxford University Press, 1986, κεφ. 2.

4. Για τους εγκέφαλους Μπόλτσμαν, το τέλειο βιβλίο του Brian Greene Until the End of Time, κεφ. 10.

5. Are You Living in a Computer Simulation?

6. Είναι σημαντικό να διασαφηνίσω εδώ ότι ο ίδιος ο Μπόστρομ δεν υιοθετεί άνευ όρων την άποψη ότι πιθανότατα ζούμε σε προσομοίωση. Αντιθέτως, δείχνει ότι αυτό το σενάριο προκύπτει ως εξαιρετικά πιθανό υπό τις συγκεκριμένες προκείμενες που αναφέρονται στο κυρίως κείμενο, μέσα από το τρίπτυχο πιθανοτήτων εκ των οποίων τουλάχιστον μία πρέπει να ισχύει: (1) οι πολιτισμοί δεν φτάνουν ποτέ στο απαραίτητο επίπεδο τεχνολογικής εξέλιξης για την εκτέλεση προγονικών προσομοιώσεων, (2) οι τεχνολογικά αναπτυγμένοι πολιτισμοί δεν τρέχουν –ή τρέχουν εξαιρετικά σπάνια– τέτοιες προσομοιώσεις, ή (3) φτάνουν σε αυτό το επίπεδο και πράγματι επιλέγουν να τις πραγματοποιούν, οπότε η πιθανότητα να βρισκόμαστε ήδη σε μια τέτοια προσομοίωση γίνεται πολύ υψηλή.

7. [2507.22950] Consequences of Undecidability in Physics on the Theory of Everything

8. A REFUTATION OF THE SIMULATION ARGUMENT